Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Κάθαρση


Eίχαμε κάποτε και έναν καιρό την κατάφωτη χλόη
στο σακκούλι της νόησης.

Είχαμε και μια φιλόδοξη όραση που ήθελε
να κοιτάζει την Eμορφιά κατευθείαν στα μάτια.

Τραβήξαμε και τα όρια της αφής, ως να φράξουν
τα ορυχεία του ήλιου, για να μη μας μαντρώσει η νύχτα,
έξω από τα πετρώματα της αυγής,
όπως η ποιμενίδα τα πρόβατα.

Σαν διδάξαμε τη θολωτή μας αρχιτεκτονική
στο θάνατο, τινάχτηκαν τρομαγμένες
οι νοητικές μας αυθαιρεσίες,
σαν τις πεταλούδες στο ψυχομαχητό του έρωτα.

Μαγεμένοι απο χρώματα είδαμε πως ο κόσμος
ρέει, απορρέει, συστρέφεται και συσπάται.

Τότε ήπιαμε τα σπλάχνα μας και ανθίσαμε
από μοναχοί μας

Σαν έπιασε ο γεωμέτρης νους το μεταξοχάρτι
του μύθου, συνάξαμε τις πρώτες σπιθίτσες
της επιστήμης
και ανάψαμε τον Προμηθεϊκό μύθο με μεγαλείο
ανθρώπινο.

Αιώνες ποτίζαμε αίμα την ακίδα της διάνοιας
ως να μεγαλώσει και να τσιμπήσει τη φτερούγα
του χρόνου που 'μοιαζε ακίνητη σα μάρμαρο.

Mετά φάγαμε τα αλώνια, εξαντλήσαμε τα ποτάμια
και βγήκαμε αγνοί και μακάριοι στα μπαλκόνια
του πολιτισμού.

Kάποτε ανακαλύψαμε πως μας λείπει ολότελα
ο ακριβής προσδιορισμός της φύσης και τα πολλαπλά
μεγέθη της.

Ευθύς, βγήκαν στους ουρανούς της Μιλήτου
ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης
κρούοντας αστρονομία.

Σε ένα άλλο φως τεντώθηκε η ευθεία,
κουλουριάστηκε η καμπύλη, συσπάστηκε η τεθλασμένη
και όρμησαν τα άστρα να λαμψοκόψουν τα τρίγωνα.

Μόλις ορθώθηκε ο νους μας να πάρει του ουρανού τα μέτρα,
χτίσαμε ναούς και σηκώσαμε αγάλματα.

Αφού ζωγραφίσαμε, αρχιτεκτονήσαμε και σμιλέψαμε,
αρχίσαμε να υπολογίζουμε μαθηματικά και να φιλοσοφούμε.

Έτσι ανεβήκαμε έλλογοι τα φωτεινά σκαλιά της ιστορίας
και υψωθήκαμε σε μια κρυσταλλοδομή αιθρίας
με καρέ δωρικής οργάνωσης.

Tότε ακούσαμε τα χάχανα των άστρων
ψιθυρίζοντας χαμένοι,σε μιά αίσθηση ανοιχτού χώρου
τις θροές μιας άλλης ελευθερίας.

Κι όμως! Εμείς που φτύσαμε άστρα στο πρόσωπο του χρόνου,
απο απόμακρο παρελθόν, τώρα αγιάτρευτα πληγωμένοι
περάσαμε στην εμμονή.

Ετσι έγινε η ιστορία μας απόστημα και πληγή
κακοαφορμισμένη.
Καιροσκόποι έριξαν την υπόστασή μας στην ύπνωση
και μας έπεισαν να λάβουμε μαρμαίροντα χρυσάφια.

Κι εμείς, καβαλικέψαμε τα φτερά της ουτοπίας
και αποδημήσαμε σε πληρωμένους παραδείσους
να καλλιεργήσουμε την ύπαρξή μας
σε φυτείες αγγελοβλάστησης.

Ενώ ταιριάξαμε ηλίθια και άπληστα για καιρό πολύ
στο σκοτάδι,
εκείνοι τεχνουργούσαν φέρετρα για να κλείσουν
τα ασπρογάλανα κόκκαλά μας.

Έτσι απίθανους μας βρήκε τούτη η άγρια θλίψη
και μας πέταξε σε μια έκταση από κόκκινο αίμα.

Ας θυμηθούμε!
Εδώ, στους κλαυθμώνες της τραγωδίας
δεν αναγεννιόμαστε ανέκαθεν;
Εδώ δεν εξευμενίζαμε με την αξιοπρέπεια
της κάθαρσης την ιστορική μας μοίρα ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου